Εξορμήσεις

09.11.2009
ΕΞΟΡΜΗΣΕΙΣ - Αρκαδία:Μαίναλον όρος - Λούσιος

Αρκαδία: Μαίναλον Όρος - Λούσιος Ποταμός

Χιόνι στο Έλατο

Εις την άκρην Ελάτης

στην ακίδα ενός φύλλου

κόκκος είς από χιόνα

πολεμά να σταλίσει, να μην πέσει στο χώμα.

Παρακάλει τον ήλιο

να αργήσει να φέξει

και στον άνεμο έλεγε

λίγο κάλμα να κάμει, που και κείνο ν' αντέξει.

Και κρατήθηκε πείσμων

ο κόκκος χιόνας

κι άλλοι κόκκοι μαζί του

κι ας μην ήταν χειμώνας.

Η Ελάτη ολόλευκη

χαιρόταν κι εγέλα

και το Μαίναλον είναι

μεσ' το Μάρτη πανέμορφο, είναι τρέλα.

(γράφτηκε στο βιβλίο επισκεπτών του Καταφυγίου Ε.Ο.Σ. Τρίπολης, 4.00 μ.μ. στις 21/3/09)

Βροχή με τα τουλούμια στον Πειραιά, το ξημέρωμα του Σαββάτου (21/3/2009).

Στο λεωφορείο ο οδηγός, ο Κώστας, καλόκαρδος και εξυπηρετικός, γνήσιος επαγγελματίας. Προορισμός η Πελοπόννησος, ο νομός Αρκαδίας. Σήραγγες με συμβολικά ονόματα στην διαδρομή. Τρύπησαν την πέτρα για την εύκολη πρόσβαση των ανθρώπων στα σούρτα - φέρτα τους με το Ελλαδοβόρο «Κλεινόν άστυ». Ο Ισθμός, φίδι τεντωμένου νερού θαλασσινού, ενώνει την δυτική με την ανατολική θάλασσα κι η Πελοπόννησος αραγμένη στα όψιμα χειμωνιάτικα, αναμένει να ντυθεί την άνοιξη, να βλαστήσει και ν' ανθίσει.

Εν τάχει λαγκάδια, βουνά, ρεματιές, κάμποι, αγροί, δέντρα, ανυπόμονα ν' ανοίξουν και μετά στην Τρίπολη προς το όρος Μαίναλον, στο Ορειβατικό Καταφύγιο, κατάλευκο απ' τον όψιμο χιονιά του αποχωρούντος Μαρτίου, κάτω απ' το αυστηρό βλέμμα της πιο ψηλής κορφής, της Οστρακίνας.

Ύστερα απ' την εναπόθεση των αποσκευών, στα κρεβάτια των δωματίων, μικρή περιήγηση εκεί κοντά υπό τη θέα και τη σκοπιά της χιονοθύελλας, που σώνει και καλά έκανε τα έλατα νυμφοσκέπαστα. Κάτω στο χιονοδρομικό, χαρά γι' αυτούς που θέλουν να σκίζουν στις κατηφοριές το φρέσκο χιόνι. Πιο πέρα οι χιονόκοκκοι, όψιμοι καταδρομείς πυκνώνουν, γαντζώνουν στα ελατόφυλλα, γίνονται ένα μ' αυτά και δέονται στον Ήλιο και στον άνεμο, να κρυφτούν και να σιγήσουν και να χαρούν άλιωτοι πιο πολύ χρόνο, να μείνουν λευκοί πριν γίνουν νερό δροσερό μα άχρωμο.

Βολίδες καλοδεχούμενες οι κόκκοι του χιονιού στο πρόσωπό μας. αμάθευτοι εμείς οι νότιοι σε τέτοιου καιρού φερσίματα.

Στο καταφύγιο το βράδυ η φασολάδα του Ε.Ο.Σ. Τρίπολης νοστιμότατη, ζεστή και μυρωδάτη κι ύστερα τραγούδι για νανούρισμα και ύπνος ελαφρύς στα χίλια εξακόσια τόσα μέτρα.

Το ξημέρωμα -22/3/2009- τα πάντα ντυμένα κατάλευκα. Κρυστάλλινη διακόσμηση στολίζει τον γείσο του καταφυγίου. Αμφίεση χειμωνιάτικη ορειβατική και προς Βλαχέρνα. Τα πέλματα και το καταγής χιόνι αγκαλιάζονται, τ' αποτυπώματα ολοκάθαρα, ώσπου να κρυσταλλώσουν, να σβήσουν, να χαθούν, το μάτι περισκοπεί μπρος, δεξά - ζερβά κι ο νους δεν προφταίνει να πλάσει εικόνες, να τις ταχυδρομήσει για συναισθήματα. Σχήματα ιππαστί πάνω στα έλατα σε μορφές αετών, ελαφιών, εξωτικών θηρίων -λιοντάρια με πλούσιες χαίτες, ελέφαντες με επιμήκεις προβοσκίδες, πέραν του φυσικού, καμήλες με ήβες τριπλές και τετραπλές- άλογα αφρισμένα με καλπάζουσα μανία, εικόνων απίθανων που δίνεις ό,τι μορφή επιθυμείς.

Πλάγια μ' ατέλειωτη έκταση, ελατοσκεπή - χιονοσκεπή σ' ένα ακαθόριστης ομορφιάς τοπίο. Σ'όλα αυτά πρωτοστατούν τα μικρά έλατα -τα ελατάκια- με το κορμί τους ολοσχερώς ντυμένο με χιόνι, κρατούν το πανηγύρι του γαμήλιου ταξιδιού εκστατικό κι ερωτικό. Μικρά οροπέδια, αλώνια μιας άλλης εποχής, κρύβουν το παράπονο της εγκατάλειψης απ' την αναπάντεχη όψιμη ευλογία της χιονιάς. Αχνάρια μόνο ξερολιθιάς προβάλουν για να μαρτυρήσουν μια εποχή που τούτα τα μέρη έδιναν ψωμί για να θραφούν κάποιοι κυνηγημένοι.

Πέτρινα ξερόλιθα μπεντένια στις άκρες του μονοπατιού μαρτυρούν την σπουδαιότητα πού 'χε τούτο το πέρασμα κάποτε που με τα ζώα μετέφεραν προϊόντα πλούσια και όμορφα προς τα χωριά. Ο κατήφορος προς το πέρας της πορείας μεγάλος. Πελώρια έλατα καταγής προσφέρουν στο μέλλον ό,τι χρόνια έπαιρναν για να μπορούν να συνεχίσουν τ' απόγονά τους την πορεία.

Απ' τα ξέφωτα του πυκνού δάσους, φαίνονται τα κόκκινα κεραμοσκεπή της Βλαχέρνας. Σωληνώσεις και άλλα σύνεργα τ' ανθρώπου, μαρτυρούν το πλησίασμα στο χωριό. Ένα χωριό αρκετά εκτεταμένο, με σημάδια εγκατάλειψης της πάλαι ποτέ δραστηριότητάς της. Τώρα σπίτια πολυτελή, παλιά αρχοντικά ανακαινισμένα μ? αυλές πλακόστρωτες και καμινάδες που μ' αυτό το κρύο δεν λειτουργούν, παρά αριά και που στις σαββατοκύριακες επισκέψεις, όπως κανείς μπορεί να συμπεράνει. Δίπλα στην περικαλλή εκκλησία της, ο γέρο φροντιστής της, με παράπονο ομολογεί πως όλους τους ρούφηξε η Αθήνα. «Εκεί βρήκαν τα παιδιά δουλειές», είπε, «και ορισμένα σαββατοκύριακα έρχονται να βρουν ένα χορταράκι, ένα φρούτο, να πιούν δροσερό νερό».

Στην ταβέρνα -φορτωμένη μ' όλα τα παλιά σύνεργα των εργασιών της παλιάς εποχής- οι ιδιοκτήτες και οι εργαζόμενοι επιτελούν όλες τις φροντίδες για μας. Μαγειρεύουν, σερβίρουν, παίζουν όργανα -κιθάρες, μπουζούκια, ντέφια- τραγουδούν, χορεύουν και εκδηλώνονται μαζί μας. Ξεφάντωμα στο πέρας της ημέρας, μαζί με μας και του καιρού. Πυκνές νιφάδες άσπρισαν το περιβάλλον.

Στο καταφύγιο στην επιστροφή μας, η ζεστασιά που ετοίμασαν τα παιδιά του Ε.Ο.Σ. Τρίπολης μας υποδέχτηκε και το παγωμένο περιβάλλον ούτε το νιώσαμε.

Με το ξημέρωμα της Δευτέρας -23/3/2009- προς τη Δημητσάνα. Δασώδης ολόκληρη η διαδρομή. Κυριαρχεί το έλατο. Ο νους φεύγει στο παρελθόν και μεταπλάσσει τους ασφαλτόδρομους σε αγριωπούς καρόδρομους, τ' αυτοκίνητα σε ιππήλατα κάρα και φέρνει σε διάφορα μονοπάτια αρματολούς και κλέφτες, αντάρτες και διωκόμενους κυνηγημένους, να κρατούν λιανοτούφεκα ενάντια σε πανίσχυρους επιβουλής.

Στη Δημητσάνα, η πρώτη ματιά αφήνει την αίσθηση της αρχοντιάς και του πολιτισμού. Πετρόκτιστα, κεραμοσκεπή, περικαλλή, καθαριότητα και ταυτότητα. Κι ύστερα στη μεγάλη διαδρομή του Λούσιου ποταμού από το μουσείο των Μπαρουτάδικων. Πηγή με γάργαρα πλούσια νερά αναβλύζουν απ' τα σπλάχνα του βουνού. Μια καταπληκτική αίθουσα φωτογραφίας απ? την παλιά ζωή κι έρχονται θύμησες σποράς, θερισμού, αλωνέματος, λιχνίσματος -ύπνος και όνειρα σ'αναστραμμένα σαμάρια ζώων, ζωή περασμένη κι αξέχαστη. Βυρσοδεψία και μπαρουτάδικα. Κρυφά και σιγανά, κοπριές αιγών για να δίνουν νίτρο, κομμένα σπαρτά για να δίνουν άνθρακα, θειάφι για να δίνει φωτιά και κοπάνισμα και μείγμα και μπαρούτι για βόλια στους αγώνες για ξεσκλάβωμα.

Κατακλύζουν τα νερά τους δρόμους, λούζουν τα καλντερίμια και τρέχουν ν' αγκαλιάσουν, να γίνουν ένα ρέμα ηχηρό κι ορμητικό στο Λούσιο. Κι εκείνος, κάτοχος όλων των ρυακιών κι όλων των λιωμένων χιονιών, να λούζει χιλιάδες χρόνια το υπέρτατο βρέφος -το κοπέλι Δία- νά ?ναι καθαρό στις καρδιές και στις ψυχές των ανθρώπων.

Στιλπνοί οι ογκώδεις λίθοι της κοίτης και οι παρόχθιοι, ευτυχισμένα τα φυτά που είναι στα πλάγια του και τρισευτυχισμένα τα ζώα και οι άνθρωποι που πίνουν νερό απ' τα νερά του.

Στο Μοναστήρι της Παναγίας Φιλοσόφου ο καλόγερος καλοκάγαθος, ταπεινός, μας υποδέχεται, τα πέτρινα πλακόστρωτα κρατούν σ? όλη την έκτασή του και η παλαιότητα του ανανεωμένη οδεύει προς τη συνέχεια απ' τη μια, προς την λησμονιά απ' την άλλη.

Προς τα κάτω το μονοπάτι με σκαλιά λευκής πέτρας, κτισμένα πρόσφατα, οδηγούν στο παλιό μοναστήρι ή στο κρυφό σκολειό, που τα χρόνια της σκλαβιάς τα ξυπόλητα παιδιά, μέσα απ' τα χαλίκια και τ' αγκάθια, κρυφά και φοβισμένα, πίσω απ' τους κορμούς, τις φυλλωσιές και τα χαράκια πήγαιναν για να μάθουν πέντε κολλυβογράμματα από κάποιον κουρελιάρη καλόγερο. Τώρα που ο φόβος δεν υπάρχει εμείς άνετα και με πολυτέλεια το επισκεπτόμαστε μισογκρεμισμένο και εγκαταλελειμμένο στη δίνη των καιρών, κι ο νους μας ταλαντεύεται αν πρέπει να ταξιδεύει στα μαύρα εκείνα χρόνια. Η όλη κατάσταση απομακρύνει τις φοβερές ιστορικές μνήμες.

Κατηφορίζοντας ακούεται πιο έντονα η βουή των νερών. Ακούεται σαν παραπονιάρικο τραγούδι φυγής απ' τις πηγές όπως κάνουν οι άνθρωποι, ακούεται σαν οργή εκδίκησης κι αχαριστίας γιατί όλα χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου.

Ακούεται σαν βιαστική αναχώρηση προς το κατάντη της θάλασσας εκεί που όλα ισοπεδώνονται.

Ή ακούεται σαν ιαχή αγριότητας ταιριαστής με την αγριότητα του τοπίου.

Κάτω στην κοίτη, στα στενά περάσματα, οι ποσότητες του νερού στήνουν αγώνα πάλης, ποιες να πρωτοπεράσουν, αφρίζουν από θυμό κι αγωνία κι αλίμονο σ' όποιον βρεθεί στη δίνη τους.

Το πρόσφατα στημένο γεφυρένιο πέρασμα οδηγεί στην ανηφόρα της άλλης πλευράς του φαραγγιού, προς το Μοναστήρι του Προδρόμου. Μέσα στη βλάστηση το γαγλωτό ανηφορικό μονοπάτι και ψηλά - ψηλά στα τζουγκρωτά των γυμνών χαρακιών στημένο το Μοναστήρι, πολυώροφο, κρεμασμένο, έτοιμο πολλά χρόνια τώρα, αιώνες, να γκρεμοτσακιστεί προς το Λούσιο. Μα κρατείται γερά κι οι Μοναχοί -αετοί φυγάδεςς απ' τη δράση της ένσπερμης ζωής- συνεχώς διορθώνουν, προσθέτουν, έτσι που το Μοναστήρι να παραμένει και να το επισκέπτεται όποιος θέλει.

Ο καλόγερος πρόσχαρος κατ? έθιμο τρατάρει καφέ και γλυκό. Αναβλύζουν νερά μέσα απ? τη σκληρή πέτρα και μέσα σε πλαστικούς σωλήνες οδηγείται σ? αυλάκι για να τρέξουν, να δώσουν χέρι βοήθειας στην ορμή του Λούσιου. Απ? τον τελευταίο όροφο του Μοναστηριού η θέα -σκέτο δέος- απομακρύνεται μακρά στις πηγές του ποταμού και στις εκβολές του.

Κατηφορίζοντας απ' άλλο μονοπάτι μέσα σε βλάστηση πλούσια, το μάτι περισκοπεί εμπρός, ανάντη και κατάντη και ασυναίσθητα πέφτει σε λίγο χρόνο στον αφρισμένο ρου του ποταμού. Στην άλλη όχθη, ο παλιός υδρόμυλος σκελετωμένος, ρημαγμένος, αναμένει τον πλήρη αφανισμό του. Πιο κάτω η αρχαία Γόρτυνα, θαμμένη στα χώματα αφήνει υποψίες απ' τα λίγα εμφανή κτίριά της πως εκεί κάποτε αναπτύχθηκε πολιτισμός κάποιων ανθρώπων, που λάτρευαν τη δύναμη του νερού και της φύσης.

Η επιστροφή από τα δυτικά πλάγια του φαραγγιού του Λούσιου. Δρόμος γαγκλωτός, ανηφορικός μέσα από χαμηλή άγρια βλάστηση, μέσα από μια παλιά καλλιεργημένη γη.

Στη Δημητσάνα τα πάντα ήρεμα. Ούτε ο αέρας, ούτε το υψόμετρο, ούτε η Ιστορία, ούτε η αναπαλαίωση μπόρεσαν να κρατήσουν την οχλοβοή των ανθρώπων. Έφυγαν οι περισσότεροι, τους πήρε ο άνεμος της Αθήνας κι έρχονται αριά και που για λίγη δροσιά, για λίγο καθαρό νερό του Λούσιου.

Με το ξημέρωμα -24/3/2009- προς τον Καρδαρά. Λιβάδια εξαγριωμένα. Κάποια σημάδια δίνουν στίγμα της παλιάς ζωής του τόπου. Τώρα παντού επικρατεί η χέρσα γη και κατακτιέται απ? τα «άγρια» δέντρα. Τα νερά φεύγουν σαν τους ανθρώπους που πήραν φαλάγγι για τις τσιμεντουπόλεις. Από τον Καρδαρά, από 'να μοναδικής ομορφιάς μονοπάτι, με φρούρηση και κάλυψη έλατων, ανηφορίζοντας και κατηφορίζοντας, πατώντας το χιονισμένο τοπίο, ύστερα από τέσσερις ώρες στο Ροϊνό. Σπίτια πανέμορφα, δρόμοι με εργασίες, νερά πολλά και καθάρια, μα όλοι κι όλοι είκοσι άνθρωποι να φυλάσσουν τα έρμα.

Ο ταβερνιάρης κι η ταβερνιάρισσα ξαφνιάστηκαν και δεν τα κατάφεραν να μας ξεπεινάσουν. Ο πρόεδρος του τοπικού συμβουλίου φιλόξενος, κερνά τους κουραμπιέδες που έφτιαξε η μάνα του με την τοπική τεχνική για να μας ευχαριστήσει.

Επιστρέφομε απ' τα λημέρια του Κολοκοτρώνη. Λαγκάδια χιλιοτραγουδισμένα, λημέρια που οι απόηχοι αγώνων ακούονται ακόμα, βράχοι που διηγούνται ιστορία χιλιάδων χρόνων στο πέρασμά μας.

Σούρουπο στη Δημητσάνα. Μικρή περιήγηση στα στενοσόκακα καλντερίμια της με τα αξιοθέατα πετρόκτιστα αρχοντικά της, τις εκκλησίες της, τους ανδριάντες των αξιόλογων ανθρώπων της. Υπέροχη η Δημητσάνα μα η ζωή της μόνο ο τουρισμός. Όλα τ' άλλα όδευσαν στη σκάφη της λησμονιάς.

Στο ξενοδοχείο το γεύμα, το γλέντι, ο ύπνος και το πρωί, η μέρα της Επανάστασης του 21, ο αποχαιρετισμός από τούτα τα πανέμορφα, τα ιστορικά τα μνημονοπαράγωγα μέρη. Στη Βυτίνα βρεχαλίζει. Τα παιδιά με εθνικές ενδυμασίες παρελαύνουν. Στο Λεβίσι στην πλατεία του χωριού χορεύουν παραδοσιακούς χορούς.

Το Τραχύ όρος δηλώνει την τραχύτητά του, παρακάτω το Αρτεμίσιο Όρος, χιονοσκεπασμένο μας προσκαλεί και σε λίγο στον κάμπο του Άργους. Δέντρα ολοπράσινα, ένας μεγάλος πορτοκαλεώνας. Το Άργος άρρυθμο ζωντανό και στο Ναύπλιο κόσμος πολύς. Το Παλαμήδι φρουρός ακοίμητος κατάκλειστο. Τα σκαλοπάτια του συνταιριαστά του βράχου οδηγούν μέχρι την κλειστή είσοδο. Κι από ?κεί ακούεται βροντώδης η φωνή του Κολοκοτρώνη να παραινεί και τώρα προς τον αγώνα για αποτίναξη κάποιων δεσμών.

Τα αγριόφυτα ανθισμένα στολίδια, η Ακροναυπλία φορτωμένη φραγκοσυκιές και το αταίριαστο Ξενία στο λαιμό της, το Μπούρτζι (Πύργος) με το αχρείαστο φρούριό του κάτω γήπεδα, στενοσόκακα όμορφα καθαρά, πλατείες μεγάλες, δέντρα πανέμορφα, ανδριάντες εξόχων ανδρών της Ιστορίας, κίνηση μεγάλη των ανθρώπων.

Το Ναύπλιο μια πανέμορφη πόλη.

Με την αναχώρησή μας δυνατή μπόρα.

Στον ορίζοντα το ουράνιο τόξο, σαν μεγάλη Πύλη εξόδου προς την καθημερινότητα.

Τα στενά των Δερβενακίων τώρα πια δεν προσφέρονται για στήσιμο ενέδρας σε εισβολείς, θυμίζουν όμως αγώνες και Μεγάλους άντρες τούτου του τόπου.

Ο Ισθμός ακούνητο φίδι.

Προς την Αθήνα μικρή η κίνηση κι ύστερα στο Μεγάλο Καράβι για την Κρήτη. Το ξημέρωμα στο Ηράκλειο. Στο λιμάνι αρκετό ανθρωπομάνι. Προς τη Μεσαρά τα πάντα ήσυχα κι η αναγκαία καθημερινή δραστηριότητα και πάλι.

21-26/3/2009

Αποστόλης Π. Παυλίδης

Γραμματέας Ε.Ο.Σ. Μοιρών

Φωτογραφιες : Ντρετάκης Μανώλης

Υ.Γ.: Ευχαριστούμε τον Χαράλαμπο Πυροβολάκη και την Ζουμπουλία Βολωνάκη του Ε.Ο.Σ. Ηρακλείου για την μεγάλη προσπάθεια που κατέβαλαν για την επιτυχία της επίσκεψής μας στο Νομό Αρκαδίας.

Φωτογραφίες


Σχετκά με τον Ε.Ο.Σ.Μ.

ΕΤΟΣ ΙΔΡΥΣΗΣ: 08.08.88

Ο Ε.Ο.Σ Μοιρών ιδρύθηκε στις 8 Αυγούστου 1988 από μια ομάδα ευαίσθητων ανθρώπων που θέλησαν να μοιραστούν και να διαδώσουν την αγάπη τους για το βουνό και το περιβάλλον.

Η ορειβασία – πεζοπορία δεν έχει αγωνιστικό χαρακτήρα. Μέσα από την ορειβασία δεν καλλιεργείται το ανταγωνιστικό πνεύμα, αλλά η συναδελφικότητα και αλληλεγγύη. Το αίσθημα όμως της νίκης αναπληρώνεται από τις μοναδικές στιγμές που απολαμβάνει ο ορειβάτης, δίπλα στη φύση. Δεν είναι μόνο η χαρά της κατάκτησης της κορυφής, αλλά το «ταξίδι» προς την κορυφή, η παρέα και η φιλία που αναπτύσσεται μεταξύ των ορειβατών. Εικόνες και συναισθήματα που χαράσσονται ανεξίτηλα στο μυαλό και στην ψυχή τους.

Πρόγραμμα εκδρομών

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΕΚΔΡΟΜΕΣ
Κυριακή, 05 Μαΐου 2019
Φαράγγι Χαυγά , Οροπέδιο Λασιθίου
Αναχώρηση: 07:00